Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

--

 Ξύπνησα μπρούμυτα· είχα βήχα, βήχα φοβερό· το μυαλό μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, δεν καταλάβαινα και πολλά. Έβαλα το χέρι στο στομάχι, ανακάθισα, έβηξα κι άλλο, κι άλλο. Άρχισε ο λαιμός μου να πονά φοβερά, φοβήθηκα -ασυνείδητα- μην ματώσει, κι ύστερα αμέσως με ξάφνιασε μια αίσθηση περίεργη στο στόμα. Στη γλώσσα, κάτι σαν.. Σαν τρίχες. Άνοιξα το στόμα. Μου γαργαλούσανε το λαιμό κι ήθελα να τις ξεράσω. Έχωσα μέσα το χέρι μου κι εκεί που νόμισα πως θ' αγγίξω το λαρύγγι μου, τις ακούμπησα. Ξαφνιάστηκα τόσο που πετάχτηκα. Μες στο σοκ και σ' όλα, άρχισα να τις τραβάω· κι όσο τις τράβαγα, αισθανόμουνα κι άλλες, κι άλλες, λες κι ανεβαίνανε απ' το στομάχι στον οισοφάγο μου κι ύστερα στο στόμα. Δεν έβγαζε νόημα τίποτα αλλά προς το παρόν δεν με απασχολούσε· τουλάχιστον όχι μέχρι να αισθανθώ τελικά πως άδειασα. Έβηξα λίγο σα να καθάριζα το λαιμό μου, κι ύστερα πήρα μερικές βαθιές ανάσες. Τα μάτια μου, με την αναγούλα και τα λοιπά, είχανε γεμίσει δάκρυα. Τα σκούπισα. Κοίταξα τις τρίχες στο μαξιλάρι. Ήτανε ένα μεγάλο κουβάρι μακριές, μαύρες τρίχες. Πήρα μερικά λεπτά απλά να τις κοιτάζω και ν' ανασαίνω με ανακούφιση. Τις έπιασα στα χέρια μου. Τις έφερα κοντά στα μάτια, λες κι αν τις παρατηρούσα καλύτερα θα μου λέγανε πώς βρεθήκανε εδώ. Σηκώθηκα, πήρα και το κουβάρι μαζί μου. Πήγα στο μπάνιο. Τις πέταξα στη λεκάνη και πάτησα το καζανάκι· μετά άνοιξα τη βρύση και άφησα το νερό να τρέχει. Έκατσα στο πάτωμα οκλαδόν και το κοίταζα.
 Ο ύπνος δεν με πήρε ξανά· όταν σηκώθηκα απ' το πάτωμα είχε ξημερώσει. Έκλεισα τη βρύση μηχανικά. Άνοιξα το καπάκι της λεκάνης και- σκατά, οι τρίχες ήταν ακόμα εκεί. Πάτησα το καζανάκι ξανά. Περίμενα. Τίποτα. Το πάτησα. Και ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Δεν φεύγανε οι πουτάνες. Οι καριόλες. Τις ήθελα έξω απ' το σπίτι μου. Έχωσα το χέρι στη λεκάνη, τις έβγαλα. Τις πέταξα στον κάδο, μετά έβγαλα ολόκληρη τη σακούλα και βγήκα κατευθείαν να την πετάξω. Με τις πιτζάμες και τις παντόφλες. Ο κάδος ήταν στην άκρη του στενού. Είχε μόλις ξημερώσει κι ο δρόμος γέμιζε σιγά-σιγά βηματισμούς. Πέταξα τα σκουπίδια αδιάφορη. Γύρισα σπίτι. 
  Πήγα στην τουαλέτα κι έπλυνα τα δόντια μου, κυρίως για να κάνω κάτι· φεύγοντας, τις είδα με την άκρη του ματιού μου. Οι γαμημένες τρίχες ακόμη στη γαμημένη τη λεκάνη. Κάθισα κάτω, ακούμπησα το κεφάλι μου στον τοίχο κι έκλεισα τα μάτια εκνευρισμένη. Σηκώθηκα απότομα, άρπαξα τις τρίχες και πήγα στο σαλόνι. Έβαλα το κουβάρι μες στο τασάκι· τους έβαλα φωτιά με τον αναπτήρα. Βρωμοκοπούσαν. Τις κοίταξα να καίγονται. Η φλόγα κρατούσε ώρα. Περίμενα. Δύο λεπτά. Πέντε λεπτά. Δέκα λεπτά. Δέκα ολόκληρα και ακόμα καιγόντουσαν. Τα παράτησα. Έσβησα τη φωτιά με λίγο νερό, οι τρίχες ακόμα εκεί, λες και ούτε που τις είχα αγγίξει. Σήκωσα το τασάκι· το κράτησα κοντά στη μύτη μου· η μπόχα μου έφερε αναγούλα. Το πέταξα στο πάτωμα με δύναμη. Σκορπίστηκαν όλα. Τρίχες, στάχτες, αποτσίγαρα, τα πάντα. 
  Τα παράτησα για τα καλά. Γύρισα στο κρεβάτι και κοιμήθηκα. 

 Πάλι τα ίδια. Ξύπνησα πια μεσημέρι. Βήχας. Αναγούλα. Με τα χέρια μου κάλυψα μηχανικά το στόμα· το αισθάνθηκα να βγαίνει πάνω στο βήχα μου. Κοίταξα τις παλάμες μου. Ήταν ένα δόντι. Ένα γαμημένο δόντι. Καθόμουνα εκεί πέρα και το κοιτούσα και δεν ήξερα τι διάολο να κάνω. Σαν χαζή καθόμουνα. Σηκώθηκα, πήρα το τασάκι που έχω στο υπνοδωμάτιο και πήγα στο σαλόνι. Μάζεψα τις -άθικτες- τρίχες και τις έβαλα στο τασάκι μαζί με το δόντι.
 Αυτή τη φορά ένιωσα πως με κοιτούσανε αυτά.
 Τους έβαλα πάλι φωτιά, ήταν παιδική αντίδραση, είχα νεύρα, ν ε ύ ρ α, έβαλα φωτιά και περίμενα, πέρασαν πάλι λεπτά, ώρες, εκεί, τίποτα, λες και δεν συνέβαινε τίποτα. Βρωμούσε ο τόπος· είχε γεμίσει το σπίτι καπνό· άφησα όλα τα παράθυρα ανοιχτά, δεν άντεχα. Έβηχα κιόλας, σαν μαλάκας έβηχα. Όλη την ώρα. Δύο- τρεις φορές σηκώθηκα να ξεράσω. Ξέρναγα τρίχες και δόντια, τα έπαιρνα κι αυτά, τα έριχνα κι αυτά στο τασάκι και καθόμουν και περίμενα. Όταν το τασάκι γέμισε, πήρα ένα πιάτο, κι όταν γέμισε κι αυτό, πήρα ένα μεγαλύτερο πιάτο. Και τα λοιπά. 
  Είχανε πλέον μαζευτεί τρία δόντια και ένα σορό τούφες μαλλιά. Ξεχώρισα τα δόντια, πήγα στην κουζίνα κι άρχισα να τα βαράω με ό,τι βαρύ αντικείμενο έβρισκα μπροστά μου. Τα πούστικα, ούτε που ραγίζανε. Γαμώ τον χριστό μου. Είχα ιδρώσει ολόκληρη. Τα παράτησα δεύτερη φορά. 
  Προσπάθησα να ξεχαστώ, άνοιξα την τηλεόραση, έκατσα και λίγο στο πισί, να διαβάσω κάνα βιβλίο, αλλά τίποτα. Μαλακίες. Συνέχεια βήχας, και αυτή η μπόχα, μαλάκα. Αυτή η μπόχα. Δεν με αφήνανε σε ησυχία. Δεν είχα όρεξη να βγω αλλά αισθανόμουν πως έπρεπε· ήθελα να πάω κάπου μακριά απ' αυτές τις κωλότριχες· εφόσον, τέλος πάντων, δεν είχα καταφέρει να απομακρύνω αυτές από 'μένα. Είχα κουραστεί. Ήθελα να φύγει η αναγούλα, το πνίξιμο, ο βήχας. 

 Είχε πια νυχτώσει και δεν μου έμενε τίποτα άλλο. Άφησα τις τρίχες να καίγονται και πήγα στην τουαλέτα. Στάθηκα μπροστά στον καθρέπτη· ήταν ένας ωραίος, ολόσωμος καθρέπτης. Με κοίταξα από πάνω ως κάτω. Έκλαιγα από νεύρα κι αγανάκτηση. Εντάξει, είπα. Εντάξει, μωρή καριόλα. Μας έπεισες. Εντάξει. 
  Έχωσα το χέρι μου στο λαρύγγι μου· το πίεσα να κατέβει κάτω, χαμηλά· έφτασα στον οισοφάγο·
 τράβηξα τον εαυτό μου απ' το λαιμό και τον έβγαλα έξω. 





  (Μια-δυο ώρες αργότερα, χτύπησε η πόρτα. Κάποιος γείτονας είχε καλέσει κάποιον μπάτσο να τσεκάρει το σπίτι, επειδή, λέει, βρωμούσε ο τόπος λες κι είχα κάψει κάποιο ψοφίμι. Χαμογέλασα σαρκαστικά· μου λείπανε κάτι δόντια και μερικές τούφες, όμως ήμουν σίγουρα όμορφη.)