Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

 Εγκλωβισμένη στο συγκεκριμένο τοπικό και χρονικό πλαίσιο, λες και το επόμενο δευτερόλεπτο δεν θα ερχόταν, ένιωσα το πρόσωπό μου να λιώνει, τόσο ώστε το ρευστό εγώ αγκάλιασε γαληνεμένο το πάτωμα, βρίσκοντας ξανά την παλιά του, ξεχασμένη αγάπη. Εκεί θάφτηκα· ήταν ένα βρωμερό πεζοδρόμιο μίας μοναχικής οδού, απ' αυτές τις παράλληλες προς τις κοσμοπολίτικες, που χρησιμεύουν μόνο για καβάτζωμα, πήδημα ή κατούρημα. Κανείς δεν με θυμόταν πια. Ο χρόνος κυλούσε χωρίς εμένα, περνούσαν από πάνω μου οι μηχανές που ξυπνούσαν τη νύχτα τους νοικοκυραίους, και πίσω τους οργισμένα τα σκυλιά που υπερασπίζονταν, ποιος ξέρει ποιον, ποιος ξέρει από τι. Έτσι μόνο κατάφερα να ηρεμήσω· να πάρω μία από εκείνες τις ωραίες, βαθιές αναπνοές, και να γελάσω με την καρδιά μου.